Ο Ιερέας και ο Διάβολος, του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

 

Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι έγραψε αυτή την ιστορία στον τοίχο του κελιού του στις φυλακές-κάστρο, στο Τομπόλσκ, το 1849, λίγο πριν μεταφερθεί στο Όμσκ στη Σιβηρία για τέσσερα χρόνια εξορίας και καταναγκαστικών έργων.

 

«Γεια σου χοντρέ πατερούλη!» είπε ο Διάβολος στον ιερέα. «Γιατί λες τόσα ψέματα στους φτωχούς, παραπλανημένους ανθρώπους; Για ποια βασανιστήρια της κόλασης τούς μιλάς; Δεν γνωρίζεις ότι ήδη υποφέρουν τα βασανιστήρια της κόλασης στη ζωή τους στη γη; Δεν ξέρεις ότι εσείς και οι αρχές του Κράτους είστε οι εκπρόσωποί μου στη γη; Εσείς είστε που τους κάνετε να υποφέρουν τους πόνους της κόλασης με τους οποίους τους απειλείτε. Δεν το ξέρεις αυτό; Έλα μαζί μου λοιπόν!»

Ο διάβολος άρπαξε τον ιερέα από το κολάρο, τον σήκωσε ψηλά στον αέρα και τον οδήγησε σε ένα εργοστάσιο, σε ένα χυτήριο σιδήρου. Είδε τους εργάτες εκεί να βιάζονται και να τρέχουν πέρα-δώθε και να δουλεύουν σε μεγάλες θερμοκρασίες. Μετά από λίγο, ο ιερέας δεν άντεξε τον αποπνικτικό, βαρύ αέρα και τη θερμοκρασία. Με δάκρυα στα μάτια του παρακαλεί τον Διάβολο: «Άσε με! Άσε με να φύγω από αυτή την κόλαση!»

«Ω, αγαπητέ μου φίλε, πρέπει να σου δείξω κι άλλα μέρη.» Ο Διάβολος τον παίρνει πάλι και τον οδηγεί σε ένα αγρόκτημα. Εκεί βλέπει τους εργάτες να αλωνίζουν τα σιτηρά. Η σκόνη και η ζέστη είναι ανυπόφορες. Ο επιτηρητής κρατάει ένα μαστίγιο και χτυπάει χωρίς έλεος οποιονδήποτε πέφτει στο έδαφος υπερνικημένος από τη σκληρή δουλειά ή την πείνα.

Στη συνέχεια, ο ιερέας μεταφέρεται στις καλύβες όπου ζουν οι ίδιοι εργαζόμενοι με τις οικογένειές τους – βρώμικες, κρύες, με άσχημη μυρωδιά τρύπες. Ο Διάβολος γελάει. Επισημαίνει τη φτώχεια και τις κακουχίες που επικρατούν στο σπίτι.

«Λοιπόν, δεν είναι αρκετά όλα αυτά;» ρωτάει. Και μοιάζει σαν, ακόμη και αυτός, ο Διάβολος, να λυπάται τους ανθρώπους. Ο ευσεβής υπηρέτης του Θεού αντέχει με δυσκολία. Με τα χέρια του υψωμένα παρακαλεί: «Άσε με να φύγω από εδώ. Ναι, ναι! Αυτή είναι η κόλαση στη γη!»

«Καταλαβαίνεις τώρα, λοιπόν. Και εσύ τους απειλείς με μιαν άλλη κόλαση. Τους τρομοκρατείς και τους βασανίζεις απειλώντας τους με έναν πνευματικό θάνατο όταν ήδη είναι όλοι σωματικά νεκροί. Έλα! Θα σου δείξω άλλη μία κόλαση – μία ακόμα, τη χειρότερη.»

Τον πήγε σε μια φυλακή και του έδειξε ένα μπουντρούμι, με βρόμικο αέρα και πολλές ανθρώπινες μορφές, χωρίς υγεία και ενέργεια. Ανθρώπους ξαπλωμένους στο πάτωμα, καλυμμένους από παράσιτα που καταβρόχθιζαν τα φτωχά, γυμνά και αδύναμα κορμιά τους.

«Βγάλε τα μεταξωτά σου ρούχα», είπε ο Διάβολος στον ιερέα, «βάλε στους αστραγάλους σου βαριές αλυσίδες, όπως αυτές που φορούν αυτοί οι φτωχοί άτυχοι άνθρωποι. Ξάπλωσε στο κρύο και βρόμικο πάτωμα – και στη συνέχεια μίλησέ τους για άλλη μια κόλαση που τους περιμένει!»

«Όχι, όχι!» Απάντησε ο ιερέας, «δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο τρομακτικό από αυτό. Σε παρακαλώ, άσε με να φύγω από εδώ!»

«Ναι, αυτή είναι η κόλαση. Δεν υπάρχει χειρότερη κόλαση από αυτή. Δεν το ήξερες; Δεν ήξερες ότι αυτοί οι άνδρες και οι γυναίκες που απειλείς με την εικόνα μιας μεταθανάτιας κόλασης βιώνουν ήδη την κόλαση εδώ στη γη, πριν πεθάνουν;»

 

ΠΗΓΗ:  ibtimes  (μετάφραση: katargisifylakwn)

 

Στους ζωγράφους των ελληνικών φυλακών δεν αρέσει να σχεδιάζουν κάγκελα

Κείμενο Άννα Νίνη και Τάσος Θεοφίλου (αναδημοσίευση από vice  )

Δεν είναι λίγες οι στιγμές που η ιστορία της ζωγραφικής έχει να μας επιδείξει πολυτάραχους και αντικομφορμιστικούς βίους πίσω από μεγάλα έργα. Ενίοτε και παραβατικούς. Ο Michelangelo Merisi da Caravaggio, για παράδειγμα (Ιταλός ζωγράφος που το έργο του χαρακτηρίζει την εποχή από τα τέλη του 16ου μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα) έζησε τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του καταζητούμενος για φόνο.

Ούτε φυσικά είναι λίγοι οι μεγάλοι ζωγράφοι που φιλοξενήθηκαν κάποια στιγμή της ζωής τους σε κάποια από αυτά τα ολοπαγή ιδρύματα. Ο Richard Dadd (1817-1866), σχιζοειδής Βρετανός βικτωριανός ζωγράφος, στα 26 του χρόνια σκότωσε τον πατέρα του και όσο ήταν καταζητούμενος για αυτήν του την πράξη σκότωσε άλλον έναν άνδρα. Πέρασε την υπόλοιπη ζωή του ζωγραφίζοντας σε διάφορα άσυλα της εποχής. Ο Egon Schiele (1890 – 1918) φυλακίστηκε για 24 μέρες επειδή ορισμένοι πίνακές του είχαν εκτεθεί σε χώρο που ήταν προσβάσιμος από παιδιά καθώς κάποια από τα έργα του είχαν χαρακτηριστεί ακόμα και πορνογραφικά. Κατά τη διάρκεια της μικρής αυτής περιπέτειας του ζωγράφισε 12 πίνακες που απεικόνιζαν τις δυσκολίες της ζωής στη φυλακή. Η Olive Wharry, Αγγλίδα ζωγράφος και σουφραζέτα, φυλακίστηκε οκτώ φορές ανάμεσα στο 1910 και το 1914 για σειρά ακτιβιστικών ενεργειών στο πλαίσιο δράσης του φεμινιστικού κινήματος της εποχής. Τέλος, ο Picasso κατηγορήθηκε για την κλοπή της Μόνα Λίζα από το Μουσείο του Λούβρου. Επρόκειτο, τελικά, για μια μικρή παρεξήγηση η οποία ευτυχώς λύθηκε σχετικά γρήγορα κοστίζοντας στον διάσημο ζωγράφο μοναχά μια ολιγοήμερη εμπειρία «σωφρονιστικού τουρισμού».

Το έργο είναι του Μιχάλη Ζ.

Σίγουρα ζωγραφική και φυλακή δεν είναι ένας ασυνήθιστος συνδυασμός. Υπάρχει ίσως μια εξοικείωση με τις δύο έννοιες αφού δεν είναι καθόλου σπάνιες οι εκθέσεις, τα μπαζάρ, οι εκδηλώσεις ή τα αφιερώματα με αναφορά σε αυτό το θέμα.

Είναι όμως η φυλακή ο τόπος που μπορεί να ανακαλύψει ή να αναπτύξει κανείς το ταλέντο του; Είναι ο περιορισμός των εικόνων και των παραστάσεων ανασταλτικός παράγοντας; Είναι η υποφώσκουσα αλλά συνεχής ένταση του εγκλεισμού κίνητρο δημιουργικότητας; Είναι η τέχνη πράγματι διέξοδος ή πρόκειται για μια ρομαντική εξιδανίκευση άνευ αντικρίσματος; Καταγράφει κάποιος τη φυλακή μέσα από τη ζωγραφική του ή προτιμάει να ξεφύγει απεικονίζοντας άσχετα θέματα; Είναι η ζωγραφική ένας τρόπος να βγαίνει η φυλακή πιο ευχάριστα; Πώς αντιμετωπίζονται άραγε οι ζωγράφοι της φυλακής από τους συγκρατούμενούς τους; Είναι ανάμεσα στα άλλα και μια πιθανή επαγγελματική διέξοδος; Έχουν όσοι κρατούμενοι εξασκούνται στις εικαστικές τέχνες κάποια υποστήριξη από την υπηρεσία της φυλακής; Άραγε πώς βρίσκονται τα απαραίτητα υλικά;

Δύο κρατούμενοι των ελληνικών φυλακών, μιλώντας στο VICE, μας έλυσαν κάποιες από τις παραπάνω απορίες.

Ο Μιχάλης Ζ. είναι 40 χρονών και βρίσκεται 6,5 χρόνια στη φυλακή

Τα πρώτα βήματα μου στη ζωγραφική ήταν στη φυλακή πριν 2,5 χρόνια. Από εκεί που δεν το περιμένεις πραγματικά. Ένα απλό σχέδιο, μια καλή κουβέντα και η προσπάθεια για εξερεύνηση των ορίων μου. Ένα χαρακτηριστικό, όμως, που θυμάμαι, είναι στο μάθημα του σχολείου, στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας της Φυλακής Κορυδαλλού. Είχαμε μάθημα με τον αγαπημένο μου δάσκαλο και μέντορα μου, τον αείμνηστο Γιώργο Ζουγανέλη. Εκεί που μιλούσε λοιπόν σκέφτηκα να τον ζωγραφίσω με μολύβι να δω πώς θα βγει. Κάποια στιγμή απορροφήθηκα και όταν σήκωσα το κεφάλι μου, τον είδα ξαφνικά πίσω μου – αυτό που λέμε με έπιασε στα πράσα. Κοκάλωσα εγώ. Με κοιτάει, κοιτάει το σκίτσο και μου λέει «το θέλω. Μου αρέσει». Του το έδωσα και έφυγε. Έμαθα αργότερα πως το ανέβασε στο γκρουπ της σχολείου στο Facebook.

To έργο είναι του Μιχάλη Ζ.

 

Μετά από μια βδομάδα με φώναξε για να μου πει πως θέλει να ανοίξει τμήμα ζωγραφικής και θέλει να μπω κι εγώ. Αρνήθηκα. «Δεν θέλω» του λέω, «έχω πολλά στο μυαλό μου για να κάτσω να ασχοληθώ με τη ζωγραφική». Με κοίταξε λίγο αυστηρά και μου λέει: «Δεν κατάλαβες. Θα μπεις και εσύ. Τέλος». Εκείνη τη στιγμή τον κοίταξα με όλο το σεβασμό που του είχα και προσπαθούσα να τον καταλάβω. Δεν άργησα να καταλάβω πως ο άνθρωπος έβλεπε σε μένα κάτι που εγώ δεν έβλεπα. Ξεκινάω λοιπόν στο πρώτο μάθημα και μας δίνει η δασκάλα η κα. Σκηνίτη κάτι φωτοτυπίες και μας λέει να προσπαθήσουμε να τις αντιγράψουμε όπως μπορούμε. Ξεκινάω και μετά από 20 λεπτά καταλαβαίνω πως είναι πολύ κοντά το σκίτσο μου με το πρωτότυπο. Νομίζω πως ήταν η στιγμή που σκέφτηκα πως θέλω να δω τα όριά μου, μέχρι πού μπορώ να φτάσω. Αγόρασα μολύβια και έμενα στο υπολογιστή του σχολείου προσπαθώντας να δω ό,τι βιντεάκια υπάρχουν για να πάρω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορώ πάνω στη ζωγραφική. Άρχισε να μου αρέσει τόσο πολύ που οπότε είχα λίγο χρόνο ζωγράφιζα.

Δυστυχώς έχασα τον δάσκαλό μου μετά από λίγες εβδομάδες από έναν αιφνίδιο θάνατο. Έγινε τόσο ξαφνικά και οι μέρες τότε θυμάμαι ήταν απίστευτα δύσκολες για μένα. Η επόμενη ζωγραφιά ήταν του δασκάλου μου.

Το έργο είναι του Μιχάλη Ζ.

Μετά γίνανε όλα τόσο γρήγορα. Σε δύο μήνες είχα συμμετοχή στο ART ATHINA μια από της μεγαλύτερες εκθέσεις που γινόταν στην Ελλάδα. Και λίγους μήνες αργότερα πήρα την 3η θέση στην έκθεση μεταξύ φυλακών της Ελλάδος. Τα έργα μου μπήκαν στο πρώτο βιβλίο που φτιάχτηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης με θέμα «Η Τέχνη στη Φυλακή». Άνθρωποι άρχισαν να αγοράζουν τα έργα μου και μου φαίνονταν όλα τόσο περίεργα και απίστευτα. Θεωρώ τον εαυτό μου ακόμα στην πολύ αρχή.

Το έργο είναι του Μιχάλη Ζ.

Μετά ξεκίνησα και το εργαστήρι ζωγραφικής στη φυλακή με υπεύθυνο τον Νίκο Σημάκο και είπα να κάνω τη στροφή στο χρώμα. Και η αλήθεια είναι πως αν δεν ήταν ο Νίκος δεν θα άνοιγα τα φτερά μου προς άλλα στιλ ζωγραφικής με χρώμα.

Εικόνες της φυλακής δεν ήθελα να ζωγραφίζω γιατί το ζητούμενο ήταν να φεύγω από τη φυλακή με το μολύβι και το χρώμα. Γι’ αυτό και κατέληγα στο Ίντερνετ του σχολείου και να βγάζω φωτοτυπίες ώστε να μπορώ να δουλεύω ήσυχα στο κελί μου.

Το έργο είναι του Μιχάλη Ζ.

Συνεχίζω να ζωγραφίζω για τους κρατούμενους. Πρόσφατα ζωγράφιζα και τα επισκεπτήρια που υποδέχονται οι κρατούμενοι τα παιδιά τους. Και στο κατάστημα κράτησης Κορυδαλλού και αντίστοιχα στα επισκεπτήρια του νοσοκομείου φυλακής.

Συνεχίζω να ζωγραφίζω σε παπούτσια και σε ρούχα, και σκοπεύω πια να ασχοληθώ επαγγελματικά.

Σε όλον αυτόν τον αγώνα με βοήθησαν πολλοί άνθρωποι και από το σχολείο της φυλακής και από τη Διέυθυνση και θέλω να τους ευχαριστήσω.

Ο Α. Μπ. είναι 28 χρονών και έμεινε στη φυλακή 4,5 χρόνια για ληστεία τράπεζας

Με τη ζωγραφική πρακτικά ασχολούμαι από παιδί. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον (ευτυχώς) όπου οι μυρωδιές από τις κόλλες των χρωμάτων ήταν ένα σύνηθες άρωμα. Δεν ξέρω αν ανακάλυψα ποτέ το «ταλέντο» μου, σίγουρα όμως βρήκα έναν τρόπο να εκφράζω σκέψεις και συναισθήματα που με κάθε άλλο μέσο θα ήταν ελλιπή ως προς την μεταφορά τους. Η τέχνη και δη η ζωγραφική σού δίνει αυτή την ευκαιρία, να εκφράσεις σχεδόν ασυναίσθητα κάποια σημεία του «μέσα» σου που δύσκολα κατανοείς, πόσο μάλλον να τα εκφράζεις.

Ως εκ τούτου, η ζωγραφική στη φυλακή σίγουρα έχει και τη μορφή της αυτοθεραπείας, της αυτοΐασης. Δεν βοηθάει στο να βγαίνει πιο ευχάριστα, σε καμιά περίπτωση, η φυλακή δεν είναι δυνατόν να «βγει» ευχάριστα. Όμως με έναν τρόπο βοηθάει στην αποσυμπίεση, στο να εκτονωθεί η πίεση που καθημερινά δημιουργείται και συσσωρεύεται εντός των τειχών.

Η πιο συνήθης αντίδραση των συγκρατούμενων, είναι μια εξ αποστάσεως «αναγνώριση» ότι αυτός είναι «καλλιτέχνης». Αυτό σε πρώτο χρόνο. Αν στη συνέχεια δουν κατά τύχη κάτι που έχεις ζωγραφίσει και τους αρέσει, τότε είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσουν οι παραγγελίες. Κυρίως επειδή το να ζωγραφίζει κάνεις μέσα στη φυλακή είναι αρκετά σπάνιο. Οι άνθρωποι δηλαδή που «πιάνει» το χέρι τους είναι λίγοι και γνωστοί στους υπόλοιπους κρατούμενους.

Το ζήτημα της έμπνευσης στην τέχνη είναι πολύ σχετικό και τις περισσότερες φορές δεν εστιάζεται καν σε κάτι συγκεκριμένο. Προσωπικά εμπνεομαι περισσότερο από έννοιες αφηρημένες και σκέψεις γύρω από ζητήματα της ύπαρξης εν γένει, πάρα από κάποιο συγκεκριμένο ερέθισμα. Δεν εχω αυτό που λένε κάποια (σχηματοποιημένη) μούσα. Έτσι, προφανώς, όντας μέσα στη φυλακή, συχνά τα θέματα που ζωγράφιζα αφορούσαν στη φυλακή. Αλλά επειδή η ζωγραφική μου δεν είναι περιγραφική, θα την έλεγα μάλλον αφαιρετική, δεν είναι θέματα που παραπέμπουν στην φυλακή μόλις τα δεις. Δεν ζωγράφισα ποτέ μέσα κάγκελα κτλ. Παρόλα αυτά, τα χρώματα, οι εντάσεις και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει ένα έργο, ήταν συνήθως «εμποτισμένα» με αυτήν τη σαπίλα της φυλακής. Τη συναισθηματική σαπίλα. Την ανάγκη δηλαδή του συνυπάρχειν με τους «έξω». Και πάλι όμως δεν μιλάω για μια θεματολογία πεσιμιστική, αντιθέτως, μάλλον μουντής αισιοδοξίας θα έλεγα. Η ίδια η διαδικασία της ζωγραφικής σε βγάζει από την κανονικότητα της καθημερινότητας. Σε οποιαδήποτε συνθήκη. Από τη στιγμή που θα ανοίξεις τα χρώματά σου και θα αρχίσεις να τα απλώνεις στην παλέτα σου, έχεις ήδη «βγει» από το άμεσο περιβάλλον και κλείνεσαι με έναν τρόπο στην συνθήκη της δημιουργίας για εκείνες τις λίγες ώρες. Οπότε η θεματολογία για μένα μικρή σημασία είχε, δεν αναζητούσα εικόνες που να μου θυμίζουν το έξω, ούτε τις ζωγράφιζα, αναζητούσα τον τρόπο το μυαλό μου να ξεφεύγει και να βρίσκεται έξω. Και αυτό το πέτυχα, ασχέτως καλλιτεχνικού αποτελέσματος.

Το να βρει κανείς υλικά μέσα στη φυλακή για να ζωγραφίζει συνεπάγεται την ύπαρξη συγγενών ή φίλων εκτός των τειχών που θα τον προμηθεύουν με τα απαραίτητα «εργαλεία». Δυστυχώς η φυλακή δεν παρέχει τίποτα περισσότερο πέρα από μια γενικότερη “στήριξη” που εξαντλείται στο να προβάλλουν προς τα έξω ότι οι κρατούμενοι εντός των τειχών είναι δημιουργικοί. Και φυσικά να παίρνουν και τα εύσημα όταν αυτά υπάρχουν. Κατά τ αλλά εγώ δεν πήρα ποτέ ούτε μισό πινέλο από την υπηρεσία, όλα τα έφερναν από έξω οι δικοί μου.

Το ζήτημα της επαγγελματικής ενασχόλησης με τη ζωγραφική είναι από μόνο του ένα τεράστιο θέμα. Προσωπικά πιστεύω ότι η τέχνη είτε πηγάζει από μέσα σου (και άρα είσαι δημιουργικός) είτε όχι, οπότε και το εκβιάζεις να βγει, είτε κατέχεις την τεχνική είτε όχι. Με λίγα λόγια αυτό που θέλω να πω είναι ότι η απόφαση εκ των προτέρων να ασχοληθεί κανείς επαγγελματικά με τη ζωγραφική καταλύει σε έναν βαθμό την πηγαία τέχνη και μπαίνει στην λογική του εμπορεύματος. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς να κάνει τέχνη και να ζεις από αυτό. Όμως, αυτή η συνθήκη, είτε προκύπτει είτε όχι. Δεν το ορίζεις εσύ. Εγώ ζωγραφίζω, αν κάτι αρέσει και πουληθεί, ΟΚ. Όπου και εκεί ανοίγει μια άλλη συζήτηση. Για παράδειγμα, τα έργα που έχω κάνει εντός των τειχών δεν μπορώ να τα πουλήσω, δεν θέλω. Θα είναι σαν να αφήνω ένα πολύ εσωτερικό μου κομμάτι στα χέρια κάποιου που απλά είχε τα λεφτά και την διάθεση να το αγοράσει.

(Όλες οι εικόνες είναι ευγενική παραχώρηση του Α. Μπ. και του Μιχάλη Ζ.)

Ο Χάρης Δεσμώτης, του Γιάννη Πετρόπουλου

Από 15 χρόνων ο Θεοχάρης – Χαρίτων Τεμπερεκίδης μπαινόβγαινε σε φυλακές και αναμορφωτήρια. Συνελήφθη για πρώτη φορά το 1968 και κλείστηκε σε αναμορφωτήριο. Πέρασε σχεδόν τη μισή ζωή του στις φυλακές όπου πάντα πρωτοστατούσε στους αγώνες για τα δικαιώματα των κρατουμένων. Συνεπής, πάντα στο πλευρό όσων πάλευαν μέσα στις φυλακές, σεμνός και λιγομίλητος, πέθανε με το όπλο στο χέρι, και οι τελευταίες του κουβέντες ήταν να παραπλανήσει τα ΕΚΑΜ για τους συνεργάτες του.Ο Χάρης Τεμπερεκίδης δολοφονήθηκε μετά από καταδίωξη των ΕΚΑΜ στα βουνά της Κορινθίας, στις 7 Φλεβάρη 1999.

Το όνομά του Χάρη Τεμπερεκίδη συνδέθηκε με τον ισοβίτη Γιάννη Πετρόπουλο, με τον οποίο απέδρασαν τον Μάιο του 1986 από τις φυλακές της Κέρκυρας. Ένα μήνα αργότερα συνελήφθησαν σε διαμέρισμα, στην περιοχή του Ζωγράφου. Ο Γιάννης Πετρόπουλος έγραψε το παρακάτω βιβλίο-θεατρικό κείμενο για τον σύντροφό του με τίτλο: Ο Χάρης Δεσμώτης.

Από την εισαγωγή του βιβλίου:

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, μια εξέγερση στις φυλακές Αλικαρνασσού, πυροδοτεί ένα ξέσπασμα, που σαρώνει απ’ άκρη σ’ άκρη τις φυλακές της χώρας. Οι κρατούμενοι βάζουν φωτιά στα στρώματά τους, ανεβαίνουν στις ταράτσες και αρχίζουν να γκρεμίζουν τα κάτεργα. Σε κάποιο από τα παράθυρα των φυλακών Αλικαρνασσού, ένας κρατούμενος έχει κρεμάσει ένα πανό που γράφει:

Συνέχεια ανάγνωσης Ο Χάρης Δεσμώτης, του Γιάννη Πετρόπουλου

Η Άντζελα Ντέιβις για το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα στις ΗΠΑ (1998)

Η φυλάκιση έχει γίνει μια απάντηση που δίνεται με το παραμικρό, σε υπερβολικά πολλά από τα κοινωνικά προβλήματα που επιβαρύνουν τους βυθισμένους στη φτώχεια ανθρώπους. Προβλήματα που συχνά καμουφλάρονται με τη βολική ομαδοποίηση τους στην κατηγορία “έγκλημα” και με την αυτόματη απόδοση της εγκληματικής συμπεριφοράς στους έγχρωμους. Η έλλειψη στέγης, η ανεργία, η εξάρτηση από τα ναρκωτικά, οι μεταδοτικές ασθένειες και ο αναλφαβητισμός είναι μόνο λίγα από τα προβλήματα που εξαφανίζονται από τη δημόσια θέα όταν οι άνθρωποι που τα αντιμετωπίζουν καταχωνιάζονται σε κάποιο κελί. Οι φυλακές λοιπόν, παρουσιάζονται σα μαγικό κόλπο. Ή καλύτερα, οι άνθρωποι που ψηφίζουν υπέρ νέων ποινών και φυλακών και σιωπηρά συναινούν στην εξάπλωση ενός δικτύου φυλακών και καταστημάτων κράτησης, έχουν εξαπατηθεί να πιστεύουν στα μαγικά αποτελέσματα της φυλάκισης. Όμως οι φυλακές δεν εξαφανίζουν τα προβλήματα αλλά τους ανθρώπους. Και η πρακτική εφαρμογή της εξαφάνισης τεραστίων αριθμών ανθρώπων από φτωχιές, μεταναστευτικές και φυλετικά περιθωριοποιημένες κοινότητες, έχει γίνει κυριολεκτικά μια μεγάλη επιχείρηση.

Πίσω από τη φαινομενική ευκολία των μαγικών υπάρχει πάντα έντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα. Όταν οι φυλακές εξαφανίζουν ανθρώπους προκειμένου να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση ότι λύνουν τα κοινωνικά προβλήματα, ποινικές υποδομές πρέπει να δημιουργηθούν για να στεγάσουν έναν ραγδαία αυξανόμενο πληθυσμό φυλακισμένων. Αγαθά και υπηρεσίες πρέπει να παρασχεθούν για να διατηρηθούν οι έγκλειστοι πληθυσμοί ζωντανοί. Κάποιες φορές αυτοί οι πληθυσμοί πρέπει να διατηρούνται απασχολημένοι και άλλες, ιδιαίτερα στις καταπιεστικές φυλακές υπερ-υψίστης ασφαλείας και στα κέντρα κράτησης μεταναστών, πρέπει να στερηθούν οποιαδήποτε δραστηριότητα έχει κάποιο νόημα. Πλήθος σιδηροδέσμιων και αλυσοδεμένων ανθρώπων, διασχίζουν τα σύνορα καθώς μεταφέρονται από τη μια ομοσπονδιακή φυλακή στην άλλη. Όλη αυτή η διαδικασία που συνηθίζονταν να είναι κυρίως αρμοδιότητα του κράτους, τώρα διεξάγεται και από ιδιωτικές επιχειρήσεις, η σύνδεση των οποίων με το κράτος, στον τομέα που κατ’ ευφημισμών αποκαλείται “σωφρονισμός”, συντονίζεται επικίνδυνα με το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα. Τα κέρδη που προκύπτουν από τις επενδύσεις στη βιομηχανία της τιμωρίας, σαν κι αυτά που προκύπτουν στην παραγωγή όπλων, ισοδυναμούν με κοινωνική καταστροφή. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις βασικές ομοιότητες και τη δυνατότητα κέρδους των επιχειρηματικό-κρατικών κυκλωμάτων στους τομείς της στρατιωτικής παραγωγής και της απονομής ποινών, το εξαπλωνόμενο ποινικό σύστημα μπορεί πια να χαρακτηριστεί ως “φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα”.

● Το χρώμα της φυλάκισης

Σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι είναι σήμερα (1998) φυλακισμένοι στο τεράστιο δίκτυο των αμερικάνικων φυλακών και καταστημάτων κράτησης. Περισσότερο από το 70% του φυλακισμένου πληθυσμού είναι έγχρωμοι. Είναι ευρέως γνωστό ότι η γρηγορότερα αυξανόμενη ομάδα φυλακισμένων είναι οι μαύρες γυναίκες όπως και ότι οι αυτόχθονες αμερικάνοι είναι η μεγαλύτερη, αναλογικά με το μέγεθός της. Περίπου πέντε εκατομμύρια άνθρωποι -συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν περιοριστικούς όρους ή αναστολή- βρίσκονται υπό το καθεστώς άμεσης επίβλεψης από το σύστημα ποινικής καταστολής.

Τρεις δεκαετίες πριν, ο πληθυσμός των κρατουμένων ήταν περίπου το 1/8 του σημερινού μεγέθους. Ενώ οι γυναίκες αποτελούν ένα σχετικά μικρό ποσοστό ανθρώπων πίσω από τα κάγκελα, σήμερα ο αριθμός των έγκλειστων γυναικών στην Καλιφόρνια μόνο, είναι σχεδόν διπλάσιος από τον πληθυσμό των έγκλειστων γυναικών σε πανεθνικό επίπεδο το 1970. Σύμφωνα με τον Elliot Currile: «Η φυλακή καραδοκεί στην κοινωνία μας σε μια πρωτοφανή έκταση στην ιστορία μας ή την ιστορία οποιασδήποτε άλλης βιομηχανικής δημοκρατίας. Κάπως σαν τους μεγάλους πόλεμους, ο μαζικός εγκλεισμός έχει γίνει το πιο ολοκληρωτικά εφαρμοσμένο κυβερνητικό πρόγραμμα της εποχής μας».
Προκειμένου να συσσωρεύσει ανθρώπινα κορμιά προορισμένα για την κερδοφόρα τιμωρία τους, η πολιτική οικονομία των φυλακών στηρίζεται στην φυλετικοποιημένη αντίληψη της εγκληματικότητας- όπως οι εικόνες των εξαρτώμενων από την κοινωνική πρόνοια γυναικών που γεννάνε παιδιά εγκληματίες- και σε ρατσιστικές πρακτικές, στη σύλληψη, την καταδίκη και την παραδειγματική επιβολή ποινών. Τα έγχρωμα σώματα αποτελούν το βασικό ακατέργαστο ανθρώπινο υλικό σε αυτό το τεράστιο πείραμα εξαφάνισης των τεράστιων κοινωνικών προβλημάτων της εποχής μας. Μόλις η αύρα της μαγείας εξαφανιστεί από την λύση της φυλάκισης, αυτό που αποκαλύπτεται είναι ο ρατσισμός, η ταξική βία και η παρασιτική σαγήνη του καπιταλιστικού κέρδους. Το φυλακο-βιομηχανικό σύστημα, ηθικά και υλικά, απομυζεί τον πληθυσμό του και καταβροχθίζει τον κοινωνικό πλούτο, αναγκασμένο να ανταπεξέλθει στα πολλά προβλήματα που έχουν οδηγήσει στην αύξηση του αριθμού των κρατουμένων.

Όσο οι φυλακές κερδίζουν συνεχώς χώρο στο κοινωνικό πεδίο, άλλα κυβερνητικά προγράμματα που μέχρι πρότινος επιλέγονταν για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της κοινωνίας- όπως η προσωρινή βοήθεια σε άπορες οικογένειες- τείνουν να εξαλειφθούν. Η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση της πειθαρχίας και της ασφάλειας σε κυρίαρχα, πάνω από τη μάθηση, ζητήματα, στα δημόσια σχολεία των φτωχών κοινοτήτων, είναι άμεσα σχετιζόμενα με την “λύση” της φυλακής.

● Βγάζοντας κέρδος από τους κρατούμενους

Με τις φυλακές να πολλαπλασιάζονται στην αμερικάνικη κοινωνία, το ιδιωτικό κεφάλαιο έχει εισχωρήσει στη βιομηχανία της τιμωρίας. Αν οι φυλακές γίνονται ολοένα και πιο σημαντικές στην αμερικάνικη οικονομία, είναι ακριβώς επειδή παρέχουν τη δυνατότητα του κέρδους. Αν η έννοια της τιμωρίας ως πηγή ενδεχόμενων υψηλών κερδών είναι από μόνη της άθλια, τότε η στρατηγική που βασίζεται σε ρατσιστικές λειτουργίες και ιδεολογίες ώστε να εξωραϊστεί και να γίνει κερδοφόρα η μαζική τιμωρία είναι ακόμα πιο ελεεινή.

Η ιδιωτικοποίηση των φυλακών είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης τάσης του κεφαλαίου προς την βιομηχανία της φυλακής. Όμως, ενώ ακόμα και οι κρατικές φυλακές συχνά δε συμμορφώνονται στα διεθνή δεδομένα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ιδιωτικές είναι ακόμα πιο επιπόλαιες. Τον Μάρτιο αυτού του χρόνου (1998), η Corrections Corporation of America (CCA), η μεγαλύτερη εταιρεία ιδιωτικών φυλακών στις Η.Π.Α. διέθετε 54.944 κρεβάτια σε 68 καταστήματα κράτησης ως ιδιωτικές ή δημόσιες φυλακές στις Η.Π.Α., στο Πουέρτο Ρίκο, στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία. Ακολουθώντας την παγκόσμια τάση της υποβολής περισσότερων γυναικών σε δημόσια τιμωρία, η CCA προσφάτως άνοιξε μια γυναικεία φυλακή, έξω από την Μελβούρνη. Η εταιρεία πρόσφατα προσδιόρισε την Καλιφόρνια ως το “νέο σύνορό” της.

Η Wackenhut Corrections Corporation (WCC), η δεύτερη μεγαλύτερη εταιρεία φυλακών των Η.Π.Α. κέρδισε συμβόλαια και επιχορηγήσεις για να διαχειριστεί 46 φυλακές στην Β. Αμερική, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Αυστραλία. Της ανήκουν συνολικά 30.424 κρεβάτια καθώς επίσης συμβόλαια για τις υπηρεσίες υγείας, την μεταφορά και την ασφάλεια των κρατουμένων.

Ως τώρα, τα κέρδη της CCA και της WCC πηγαίνουν πολύ καλά. Μεταξύ του 1996 και του 1997, τα έσοδα της CCA αυξήθηκαν κατά 58% από 293 εκατομμύρια δολάρια σε 426 εκατομμύρια. Τα καθαρά κέρδη της αυξήθηκαν από 30,9 εκατομμύρια σε 53,9. Η WCC αύξησε τα έσοδα της από 138 εκατομμύρια δολάρια το 1996 σε 210 το 1997. Σε αντίθεση με τα κρατικά σωφρονιστικά ιδρύματα, τα υπέρογκα κέρδη από αυτά τα ιδιωτικά ιδρύματα βασίζονται στη μαύρη εργασία.

● Το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα

Όμως οι εταιρίες των ιδιωτικών φυλακών είναι μόνο το πιο εμφανές στοιχείο της αυξανόμενης ιδιωτικοποίησης της τιμωρίας. Οι κρατικές αναθέσεις οικοδόμησης νέων φυλακών, έχουν τονώσει την κατασκευαστική βιομηχανία. Ο κλάδος των αρχιτεκτόνων έχει εντοπίσει μια νέα σημαντική τάση· αυτή του σχεδιασμού φυλακών. Η τεχνολογία που αναπτύσσεται για τον στρατό από εταιρείες όπως η Westinghouse, πωλείται για χρήση στους τομείς επιβολής νόμου και τιμωρίας. Επιπλέον, εταιρείες που μοιάζουν να μην έχουν σχέση με την τιμωριτική αγορά, στην πραγματικότητα σχετίζονται με την επέκταση του φυλακο- βιομηχανικού συμπλέγματος. Οι μετοχές των εταιρειών κατασκευής φυλακών είναι μια από τις πολλές πηγές κερδοφόρων επενδύσεων για επιτυχημένους επενδυτές όπως ο Merrill Lynch. H MCI χρεώνει τους κρατούμενους και τις οικογένειες τους, με εξωφρενικές τιμές για τις αναγκαίες σ’ αυτούς τηλεφωνικές κλήσεις, οι οποίες συχνά είναι η μόνη επαφή που έχουν οι κρατούμενοι με τον έξω κόσμο.

Πολλές επιχειρήσεις, των οποίων τα προϊόντα καταναλώνουμε σε καθημερινή βάση, έχουν καταλάβει ότι η εργατική δύναμη των κρατουμένων, μπορεί να είναι τόσο κερδοφόρα όσο η εργατική δύναμη του Τρίτου Κόσμου την οποία εκμεταλλεύονται οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Έτσι οι εργάτες που ανήκουν σε συνδικάτα, εκτοπίζονται στην ανεργία και πολλές φορές καταλήγουν ακόμα και στη φυλακή. Κάποιες από τις εταιρείες που χρησιμοποιούν την εργατική δύναμη των κρατουμένων είναι η JBM, Motorola, Compaq, Texas Instruments, Honeywell, Microsoft, Boeing. Όμως, δεν είναι μόνο οι βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας, που δρέπουν τους καρπούς τις εργασίας των κρατουμένων. Τα καταστήματα της Nordstrom πουλάνε τζιν με την ετικέτα “Prison Blues” όπως επίσης μπλουζάκια κα πανωφόρια φτιαγμένα στις φυλακές του Oregon. Το διαφημιστικό σλόγκαν για αυτά τα ρούχα είναι: «φτιαγμένα μέσα, για να φορεθούνε έξω». Οι κρατούμενοι στη Μaryland τσεκάρουν γυάλινα μπουκάλια και βάζα που χρησιμοποιούνται από την Revlon και την Pierre Cardin και σχολεία από όλο τον κόσμο αγοράζουν αναμνηστικές κούπες αποφοίτησης και τηβέννους φτιαγμένες από κρατούμενους της Νότιας Καρολίνα.

Για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις γράφουν οι Eve Coldberg και Linda Evans (πολιτικές κρατούμενες στο ομοσπονδιακό σωφρονιστικό κατάστημα στο Δουβλίνο της Καλιφόρνιας) η εργασία των κρατουμένων είναι σαν τη κότα με τα χρυσά αυγά. Χωρίς απεργίες. Χωρίς συνδικαλισμό. Χωρίς ταμείο ανεργίας ή εργατικές αποζημιώσεις. Χωρίς το εμπόδιο της διαφορετικής γλώσσας όπως στις ξένες χώρες. Οι νέες φυλακές Λεβιάθαν είναι χτισμένες σε χιλιάδες στρέμματα εργοστασίων μέσα από το τοίχος. Οι κρατούμενοι εισάγουν δεδομένα για την Shevron, κάνουν τηλεφωνικές κρατήσεις για την TWA, εκτρέφουν γουρούνια, φτυαρίζουν κοπριά, φτιάχνουν ηλεκτρικούς πίνακες, λιμουζίνες, στρώματα νερού και εσώρουχα, για τη Victoria Secret – όλα με κοινό παρανομαστή το κόστος της “ελεύθερης εργασίας”.

● Καταβροχθίζοντας τον κοινωνικό πλούτο

Παρόλο που η εργασία των κρατουμένων- η οποία σε τελική ανάλυση αμείβεται σε ένα επίπεδο πολύ χαμηλότερο του βασικού μισθού- είναι πολύ κερδοφόρα για τις ιδιωτικές εταιρείες που την χρησιμοποιούν, το ποινικό σύστημα από μόνο του δε παράγει πλούτο. Καταβροχθίζει τον κοινωνικό πλούτο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την επιδότηση κατοικιών για αστέγους, για τη βελτίωση της δημόσιας παιδείας των φτωχών και φυλετικά περιθωριοποιημένων κοινοτήτων, για να δημιουργήσει δημόσια προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά για άτομα που θέλουν να απαλλαγούν από τις εξαρτήσεις τους, να δημιουργήσει ένα εθνικό σύστημα υγείας, να επεκτείνει προγράμματα που καταπολεμούν το AIDS, να ξεριζώσει την ενδοοικογενειακή βία και σταδιακά να δημιουργήσει θέσεις εργασίας με ικανοποιητικές αποδοχές για τους ανέργους.
Από το 1984 άνοιξαν περισσότερες από 20 καινούργιες φυλακές στην Καλιφόρνια τη στιγμή που μόνο μια πανεπιστημιακή σχολή προστέθηκε στο κρατικό πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και καμία στο δεύτερο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Το 1996-97 η ανώτατη εκπαίδευση απολάμβανε μόλις το 8,7% του προϋπολογισμού ενώ στον σωφρονισμό αντιστοιχεί το 9,6%. Τώρα που η επανένταξη των αποκλεισμένων έχει κηρυχτεί παράνομη στην Καλιφόρνια, έγινε προφανές ότι η εκπαίδευση προορίζεται για κάποιους ανθρώπους ενώ η φυλακή για άλλους. Πενταπλάσιοι μαύροι έχουν μπει τα τελευταία χρόνια στη φυλακή από ότι στα τετραετούς φοίτησης κολέγια και πανεπιστήμια. Αυτός ο νέος διαχωρισμός έχει επικίνδυνες συνέπειες για ολόκληρη τη χώρα.

Απομονώνοντας ανθρώπους χαρακτηρισμένους ως εγκληματίες, η φυλακή συγχρόνως ενισχύει και αποκρύπτει το δομικό ρατσισμό της αμερικάνικης οικονομίας. Οι ισχυρισμοί για χαμηλά επίπεδα ανεργίας, ιδίως στις κοινότητες των μαύρων, έχουν νόημα μόνο αν κάποιος θεωρήσει ότι ο τεράστιος αριθμός ανθρώπων στη φυλακή έχει πραγματικά εξαφανιστεί και για αυτό δεν έχει δικαίωμα στην εργασία. Οι αριθμοί των μαύρων και των λατιναμερικάνων, προσφάτως εγκλεισμένων, κυμαίνονται στο 2% της αντρικής εργατικής δύναμης. Σύμφωνα με τον εγκληματολόγο David Downes : «αν εξετάσουμε τον εγκλεισμό ως καμουφλαρισμένη ανεργία, μπορεί το επίπεδό της να αυξηθεί κατά περίπου 1/3 στο 8%. Οι συνέπειες στην εργατική δύναμη των μαύρων είναι ακόμα πιο εντυπωσιακές ανεβάζοντας την ανεργία των μαύρων αντρών από το 11 στο 19%».

● Η κρυφή ατζέντα

Ο μαζικός εγκλεισμός δεν είναι η λύση στην ανεργία, ούτε είναι η λύση στα προβλήματα που κρύβονται πίσω από ένα ραγδαία αυξανόμενο δίκτυο φυλακών και καταστημάτων κράτησης. Ωστόσο, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων έχει εξαπατηθεί να πιστεύει στην αποτελεσματικότητα της φυλάκισης ακόμα κι αν τα ιστορικά δεδομένα ξεκάθαρα αποδεικνύουν ότι οι φυλακές δεν λύνουν κάποιο πρόβλημα. Ο ρατσισμός έχει υπονομεύσει την ικανότητα μας να παράγουμε έναν δημοφιλή κριτικό λόγο που να ανταγωνίζεται την ιδεολογική απάτη που αναγάγει τη φυλάκιση σε κλειδί της δημόσιας ασφάλειας. Το επίκεντρο της προσοχής της κρατικής πολιτικής, ραγδαία μετατοπίζεται από το κοινωνικό κράτος στον κοινωνικό έλεγχο.

Μαύροι, λατιναμερικάνοι, αυτόχθονες αμερικάνοι και πολλοί ασιάτες νεολαίοι απεικονίζονται ως οι πρωτεργάτες της βίας, της διακίνησης ναρκωτικών και ως ζηλόφθονες για τα αγαθά που δε δικαιούνται να κατέχουν. Νεαρές μαύρες και λατιναμερικάνες παρουσιάζονται ως σεξουαλικά ασύδοτες γυναίκες που γεννοβολούν μωρά και φτώχεια. Η εγκληματικότητα και η παρέκκλιση είναι φυλετικοποιημένες. Η επιτήρηση έτσι είναι επικεντρωμένη στις κοινότητες των έγχρωμων, των μεταναστών, των ανέργων, των αναλφάβητων, των άστεγων και γενικά αυτών που έχουν μειωμένη πρόσβαση στις κοινωνικές παροχές. Η δυνατότητα πρόσβασης στις κοινωνικές παροχές συνεχίζει να μειώνεται σε μεγάλο βαθμό επειδή η επιβολή του νόμου και τα μέτρα ποινικής προστασίας όλο και περισσότερο τις καταβροχθίζουν. Το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα έχει έτσι δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο τιμωρίας που μόνο διευρύνει τη φτώχεια αυτών που το πρόβλημα της φτώχεια τους υποτίθεται ότι λύνεται με τη φυλάκιση.

Έτσι όσο το κέντρο βάρους της κυβερνητικής πολιτικής μετατοπίζεται από την κοινωνική πρόνοια στον έλεγχο του εγκλήματος, ο ρατσισμός διεισδύει πιο βαθιά στις οικονομικές και ιδεολογικές δομές της αμερικάνικης κοινωνίας. Εντωμεταξύ συντηρητικοί σταυροφόροι εναντιώνονται στη επανένταξη των αποκλεισμένων και την πολυπολιτισμική εκπαίδευση που οδηγούν στο τέλος του ρατσισμού, αν και οι αντίπαλοί τους θεωρούν ότι τα υπολείμματα ρατσισμού μπορούν να εξωραϊστούν με τον διάλογο και τη συζήτηση. Οι συζητήσεις όμως για τις “σχέσεις μεταξύ των φυλών” δύσκολα θα διαλύσουν το φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα που θρέφει και γιγαντώνει τον ρατσισμό που κρύβεται βαθιά στις δομές τις κοινωνίας μας.

Η εμφάνιση του αμερικάνικου φυλακο-βιομηχανικού συμπλέγματος σε μια συγκυρία ραγδαίας συντηρητικοποίησης, σηματοδοτεί μια νέα ιστορική στιγμή, οι κίνδυνοι της οποίας είναι χωρίς προηγούμενο. Αλλά αυτό είναι και μια ευκαιρία. Υπολογίζοντας τον εντυπωσιακό αριθμό από απλά εγχειρήματα που συνεχίζουν να αντιστέκονται στην επέκταση της βιομηχανίας της τιμωρίας, οφείλει να γίνει εφικτό να βρεθούν αυτές οι προσπάθειες μαζί για να δημιουργηθούν ριζοσπαστικά και ορατά σε πανεθνικό επίπεδο κινήματα που πειστικά θα υποστηρίξουν ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι καινούργιες φυλακές αλλά νέο σύστημα υγείας, στέγασης, μόρφωσης, προγράμματα απεξάρτησης, εργασίας. Για να διασφαλίσουμε ένα δημοκρατικό μέλλον, είναι δυνατόν και απαραίτητο να συνυφάνουμε τα ποικίλα νήματα αντίστασης στο φυλακο-βιομηχανικό σύμπλεγμα σε ένα δυναμικό κίνημα κοινωνικής αλλαγής.”

Μετάφραση
Τάσος Θεοφίλου

Ο πρώτος αυτόχθονας Αμερικανός που καταδικάζεται για τις διαμαρτυρίες κατά του αγωγού στη Ντακότα

Ο Μάικλ Γκίρον ή «Μικρό Φτερό», μέλος της Παράκτιας Ομάδας του Λαού των Chumash, καταδικάστηκε σε 36 μήνες φυλάκιση, αυτή την εβδομάδα. Είναι ο πρώτος που καταδικάστηκε σε μεγάλο χρόνο φυλάκισης για τον ρόλο του στις διαδηλώσεις κατά του αγωγού πετρελαίου στη Ντακότα (DAPL).

Το Μικρό Φτερό βρίσκεται ήδη εδώ και δεκαπέντε μήνες στη φυλακή – χρόνος που θα αφαιρεθεί από τη συνολική ποινή – αλλά θα παραμείνει τουλάχιστον άλλους επτά μήνες στη φυλακή. Η νομική του ομάδα ελπίζει ότι θα απελευθερωθεί μετά από επτά μήνες μέσω συμβιβασμού.

Ο Βοηθός Εισαγγελέα των ΗΠΑ David Hagler, κατηγόρησε το Μικρό Φτερό ότι ήταν ένα από τα άτομα που έβαζαν φωτιές παρεμποδίζοντασς την επιβολή του νόμου κατά τη διάρκεια των τελευταίων επιδρομών στον καταυλισμό.

Η Νομική Συλλογικότητα για την Προστασία του Νερού εξηγεί ότι πολλοί από τους κατηγορούμενους που κατηγορούνται σε σχέση με τα γεγονότα στο Standing Rock καταφεύγουν σε συμβιβασμούς, επειδή μια δίκη θα τους έφερνε αντιμέτωπους με ένα εχθρικό σώμα ενόρκων. Μια μελέτη που υπεγράφη από την Εθνική Επιτροπή Ενόρκων το περασμένο έτος, διαπίστωσε ότι το εντυπωσιακό 77% των πιθανών ενόρκων στη Morton County και το 85% στο Burleigh County είχαν ήδη αποφασίσει ότι οι κατηγορούμενοι του Standing Rock ήταν ένοχοι. Ένα αίτημα που έγινε από τους κατηγορούμενους για αλλαγή τόπου εκδίκασης απορρίφθηκε.

Δεν θα δείτε αυτή την ιστορία στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αν και τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης έδωσαν κάποια κάλυψη στις διαμαρτυρίες του Αγωγού Πετρελαίου στη Ντακότα (DAPL) κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων, από την ημέρα της επιδρομής στον καταυλισμό πριν από 15 μήνες, έχουν σιωπήσει, παρά το γεγονός ότι επτά αυτόχθονες Αμερικανοί κατηγορήθηκαν για κακουργήματα και εκατοντάδες άλλοι για μικρότερες κατηγορίες.

Μεταξύ των κατηγορούμενων, ο Red Fawn Fallis και ο Michael “Rattler” Markus κατέληξαν σε συμβιβασμό και αναμένουν την ποινή τους, και δύο άλλοι, ο Dion Ortiz και ο James “Angry Bird” White, προετοιμάζονται για δίκη. Το κράτος της Βόρειας Ντακότα έχει ασκήσει δίωξη για 835 κρατικές ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται με τις διαδηλώσεις DAPL, εκ των οποίων οι 325 έχουν απορριφθεί ή αθωωθεί στη δίκη και οι 235 είναι σε εξέλιξη.

Οι κατηγορίες για κακούργημα κατά των επτά αυτοχθόνων Αμερικανών προέρχονται από την αντίσταση στην επιδρομή της επιβολής του νόμου στον καταυλισμό προστασίας των υδάτων στις 27 Οκτωβρίου 2016.

Ο αγώνας κατά του Αγωγού DAPL συνεχίζεται εδώ και τρία χρόνια. Ο αγωγός, ο οποίος κοστίζει σχεδόν 4 δισεκατομμύρια δολάρια και μεταφέρει πετρέλαιο σε απόσταση 1.200 μιλίων, έχει ήδη διαρρεύσει αρκετές φορές. Ο αγώνας των προστατών των υδάτων και του λαού των Standing Rock Sioux άνοιξε το δρόμο για διαμαρτυρίες κατά των πετρελαιαγωγών σε όλη τη χώρα – και στον κόσμο.

Εν τω μεταξύ, οι Standing Rock Sioux έχουν ασκήσει αγωγή εναντίον του Σώματος των Μηχανικών του Στρατού για την έγκριση της κατασκευής του αγωγού, ο οποίος παραβιάζει τους Νόμους περί Καθαρών Υδάτων, Ποταμών και Λιμένων και τον Εθνικό Νόμο Περιβαλλοντικής Πολιτικής.

ΠΗΓΗ: www.nationofchange.org/2018/06/13

Let’s Abolish Prison, Not Reform It

 

Before Occupy Wall Street, there were prison hunger strikes in Georgia and California. The 40th anniversary of the Attica prison uprisings came and went with some fanfare and much hand-wringing. The execution of Troy Davis stirred up a groundswell of U.S. liberal and left, and even international activism against the death penalty.

Although prisons have been on our radar, much of the public debate about them has centered on questions of harm reduction and cost reduction, as well as concerns about the status of “innocent until proven guilty” in our criminal justice system. However, as Critical Resistance co-founder Ruth Wilson Gilmore has pointed out, we need to move beyond a discussion of prison reform to talk seriously about the possibilities of prison abolition. (Critical Resistance is a grassroots organization that seeks to “build an international movement to end the Prison Industrial Complex by challenging the belief that caging and controlling people makes us safe.”)

For most people, the very phrase “prison abolition” sounds like a scary prospect – a recipe for anarchy, instability, and violence. But the prison abolition movement is much more focused on trying to envision new ways, other than mass incarceration, to make our communities safer, more sustainable, healthier, and more successful for all.

Let me demystify a few points. Prison abolitionists argue that the U.S. prison system is actually a “prison industrial complex” based on faulty premises about public safety and driven by profit motives. Much like what President Eisenhower called the “military industrial complex” or the “conjunction of an immense military establishment and a large arms industry,” the prison industrial complex (PIC) is made up of a set of mutually beneficial relationships between public and private entities that have a shared interest in expanding the surveillance, policing, and imprisonment of certain kinds of people.

The PIC came together as an imagined solution to a complex set of social, economic, and political “problems” in the late twentieth century – in other words, what to do with the masses of poor and underemployed people (especially people of color). Indeed, it is no accident that the expansion of policing and prisons began at the very same moment that the United States began to deindustrialize, the enactment of civil rights laws made various forms of racial discrimination illegal, the government began to cut back social programs, and the mainstream media became saturated with fearsome tales of (black male) criminals run amok.

Εκτελέστηκε ο Ρόμπερτ Προύετ ο οποίος είχε καταδικαστεί σε θάνατο για ανθρωποκτονία

του Τάσου Θεοφίλου

Την Πέμπτη 12 Οκτωβρίου εκτελέστηκε ο Ρόμπερτ Προύετ ο οποίος είχε καταδικαστεί σε θάνατο για ανθρωποκτονία σε βάρος ενός σωφρονιστικού υπαλλήλου το 1999.
Ο Ρόμπερτ Προύετ ποτέ δεν έζησε ως ενήλικας εκτός φυλακής. Κρατούνταν από τα 15 του και εκτελέστηκε στα 38. Στα 16 του έγινε βαρυποινίτης. Καταδικάστηκε στην ποινή των 99 χρόνων -κάτι σαν ισόβια με δυνατότητα αναστολής στο σύστημα των ΗΠΑ- για συνέργια σε ανθρωποκτονία που διέπραξε ο πατέρας του το 1995, μαχαιρώνοντας έναν γείτονα έξω από το σπίτι τους. Σύμφωνα με κάποιον, όχι τόσο δημοφιλή νόμο του Τέξας, όποιος ζητάει, ενθαρρύνει, κατευθύνει, βοηθάει ή επιχειρεί να βοηθήσει κάποιον που διαπράττει ένα αδίκημα, είναι ένοχος στον ίδιο βαθμό ανεξάρτητα από την σημασία του ρόλου του στην διάπραξη του αδικήματος. Η παρουσία του 15χρονου παιδιού μπροστά στο περιστατικό,ενδεχομένως να θεωρήθηκε ότι εμπίπτει σε κάποιες από τις παραπάνω περιπτώσεις, οδηγώντας τον στην ισόβια καταδίκη.

Σε ηλικία 20 ετών το 1999 και ενώ βρισκόταν ήδη κάποια χρόνια στη φυλακή ο Προύετ κατηγορήθηκε για την ανθρωποκτονία σε βάρος του σωφρονιστικού Daniel Nagle και έναν χρόνο μετά καταδικάστηκε σε θάνατο.
Ο σωφρονιστικός υπάλληλος είχε βρεθεί νεκρός, μαχαιρωμένος με αυτοσχέδιο σουβλί, ενώ δίπλα του βρέθηκε σχισμένος σε κομμάτια ο πειθαρχικός φάκελος του Ρόμπερτ Προύετ. Λίγο πριν, τον είχε επιπλήξει επειδή έτρωγε το σάντουιτς του στο προαύλιο ενώ αυτό απαγορεύονταν.

Ο Προύετ παραδέχτηκε ότι ο ίδιος διαπληκτίστηκε για αυτόν τον λόγο μαζί του σκίζοντας απλά τον φάκελο, περιορίζοντας όμως εκεί την εκδήλωση της δυσφορίας του. Ωστόσο στο δικαστήριο ένας συγκρατούμενος του -ο οποίος εργάζονταν στο εργαστήριο της φυλακής- κατέθεσε πως η ταινία γύρω από την λαβή του σουβλιού με το οποίο δολοφονήθηκε ο Daniel Nagle, προέρχονταν από το εργαστήριο της φυλακής και πως ένα κομμάτι είχε δώσει στον κατηγορούμενο. Με αυτό το στοιχείο, καταδικάστηκε το 2002 σε θάνατο από κομητειακό δικαστήριο. Ο ίδιος αρνήθηκε μέχρι τελευταία στιγμή την κατηγορία.

Η εκτέλεση του αναβλήθηκε δυο φορές, μία τον Απρίλιο του 2015 και μία τον ίδιο μήνα του 2016, μετά από αιτήσεις του, προκειμένου να επανεξεταστούν τα σε βάρος του στοιχεία, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα, εκτός ίσως μιας παράτασης του μαρτυρίου του μελλοθάνατου.

Ήταν 12 Οκτωβρίου 2017 και ώρα 18:46, σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τέξας, όταν η θανατηφόρα ένεση του αφαίρεσε την ζωή μέσα στον θάλαμο εκτελέσεων του Huntsville. Η τελευταία αίτηση χάριτος του είχε απορριφτεί μια ώρα πριν.

Ήταν ο 544ος άνθρωπος που εκτελέστηκε στο Τέξας –την πολιτεία με τις περισσότερες εκτελέσεις– από το 1976, όπου το ανώτατο δικαστήριο επαναθεσμοθέτησε την ποινή του θανάτου. Ήταν επίσης ο 6ος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην συγκεκριμένη πολιτεία αυτόν τον χρόνο.

Αποφυλακίστηκε ο γηραιότερος κρατούμενος των ΗΠΑ

του Τάσου Θεοφίλου

Αποφυλακίστηκε στις 23 Ιουνίου 2017, σε ηλικία 100 ετών, ο γηραιότερος κρατούμενος των ΗΠΑ. Πρόκειται για τον ιταλοαμερικάνο Τζον Φρανζίς, γνωστό και ως Σόνι.

Ο Σόνι είχε εκτίσει την πρώτη -12ετή- ποινή του το 1967 για ληστεία τράπεζας, ενώ κατά διαστήματα μετά την πρώτη του αποφυλάκιση (και ειδικότερα το 1986, το 1991, το 2000 και το 2008) επέστρεφε για μικρά σωφρονιστικά διαλείμματα είτε επειδή παραβίαζε τους όρους αναστολής του είτε επειδή θεωρούνταν ύποπτος για διάφορες, καθόλου ευγενείς, δραστηριότητες του επιχειρηματικού κλάδου που υπηρετεί.

Ο Τζον Φρανζίς είναι ηγετικό στέλεχος της γνωστής οικογενείας Κολόμπο. Μιας εκ των πέντε οργανώσεων που ελέγχουν την παραβατική οικονομία της Νέας Υόρκης και δραστηριοποιείται κυρίως στο εμπόριο (σωματεμπορία, εμπόριο ναρκωτικών) και στην παροχή υπηρεσιών (συμβόλαια θανάτου, εκβιασμούς και τέτοια).

Το 2002 θα γίνει συμπαραγωγός της ταινίας This Thing of Ours, η οποία αναφέρεται στη Μαφία, προωθώντας -χωρίς τη στήριξη της επίσημης πολιτείας αλλά μόνο με τις δυνάμεις της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και επιχειρηματικότητας- την κοινωνική νομιμοποίηση του γκανγκστερικού καπιταλισμού μέσω της ποπ κουλτούρας.

Τον Γενάρη του 2010 θα φυλακιστεί για τελευταία φορά σε ηλικία 93 ετών για υποθέσεις εκβιασμών σε στριπτιζάδικα και θα εκτίσει ποινή 7 χρόνων, κερδίζοντας τον τίτλο του πιο ηλικιωμένου κρατούμενου στις ΗΠΑ.

Θα αποφυλακιστεί για τελευταία -μέχρι στιγμής- φορά στις 23 Ιουνίου 2017 από το Ομοσπονδιακό Νοσοκομείο στο οποίο νοσηλευόταν φρουρούμενος, ενώ η οικογένεια του δηλώνει χαρούμενη που τον έχει πάλι κοντά της. Ο ίδιος επιθυμεί να μείνει στο σπίτι της κόρης του στο Μπρούκλιν, όπου πιθανό να αρχίσει να καταστρώνει καινούρια σχέδια για το μέλλον.

Με κομμένη την ανάσα η κοινή γνώμη αναμένει τους εγκληματολόγους να εκφράσουν τον προβληματισμό τους σχετικά με το εάν τελικά η φυλακή σωφρονίζει ή είναι απλά ο τρόπος που οργανώνεται η παραβατική οικονομία και ο τόπος που ξεπλένεται το μαύρο κεφάλαιο.

για έναν κόσμο χωρίς εγκλεισμούς και επιτήρηση